Δείτε επίσης: ἀμφιπρόστυλος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αμφιπρόστυλος η αμφιπρόστυλη το αμφιπρόστυλο
      γενική του αμφιπρόστυλου της αμφιπρόστυλης του αμφιπρόστυλου
    αιτιατική τον αμφιπρόστυλο την αμφιπρόστυλη το αμφιπρόστυλο
     κλητική αμφιπρόστυλε αμφιπρόστυλη αμφιπρόστυλο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αμφιπρόστυλοι οι αμφιπρόστυλες τα αμφιπρόστυλα
      γενική των αμφιπρόστυλων των αμφιπρόστυλων των αμφιπρόστυλων
    αιτιατική τους αμφιπρόστυλους τις αμφιπρόστυλες τα αμφιπρόστυλα
     κλητική αμφιπρόστυλοι αμφιπρόστυλες αμφιπρόστυλα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
 
Διάγραμμα ενός αμφιπρόστυλου ναού

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αμφιπρόστυλος < (διαχρονικό) ελληνιστική κοινή ἀμφιπρόστυλος. Συγχρονικά αναλύεται σε αμφι- (ἀμφί) + πρόστυλος (πρό- + στύλ(ος) + -ος)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αμφιπρόστυλος, -η, -ο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία