Νέα ελληνικά (el) επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αλγογόνος η αλγογόνα το αλγογόνο
      γενική του αλγογόνου της αλγογόνας του αλγογόνου
    αιτιατική τον αλγογόνο την αλγογόνα το αλγογόνο
     κλητική αλγογόνε αλγογόνα αλγογόνο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αλγογόνοι οι αλγογόνες τα αλγογόνα
      γενική των αλγογόνων των αλγογόνων των αλγογόνων
    αιτιατική τους αλγογόνους τις αλγογόνες τα αλγογόνα
     κλητική αλγογόνοι αλγογόνες αλγογόνα
ομάδα 'ωραίος', Κατηγορία όπως «ωραίος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία επεξεργασία

αλγογόνος < άλγος + -ο- + -γόνος ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική algogenic)

  Επίθετο επεξεργασία

αλγογόνος, -α, -ο

Αντώνυμα επεξεργασία

  Μεταφράσεις επεξεργασία