Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική τα αλαμπουρνέζικα
      γενική των αλαμπουρνέζικων
    αιτιατική τα αλαμπουρνέζικα
     κλητική αλαμπουρνέζικα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αλαμπουρνέζικα < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου αλαμπουρνέζικος στον πληθυντικό

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.lam.buɾ.ˈnε.zi.ka/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αλαμπουρνέζικα ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία