Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αλαμπουρνέζος οι αλαμπουρνέζοι
      γενική του αλαμπουρνέζου των αλαμπουρνέζων
    αιτιατική τον αλαμπουρνέζο τους αλαμπουρνέζους
     κλητική αλαμπουρνέζε αλαμπουρνέζοι
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αλαμπουρνέζος < ιταλική allaburnese, απλολογία από τη φράση alla Liburnese[1] < Liburni < λατινική Liburni[2], πληθυντικός του Liburnus

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.lam.buɾ.ˈnε.zɔs/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αλαμπουρνέζος αρσενικό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  1. πβ. ιταλικά livornese
  2. Οι Λιβούρνοι (Liburni) ήταν αρχαίο ιλλυρικό φύλο που κατοικούσαν στην Λιβουρνία (Liburnia), παραθαλάσσια περιοχή στην βορειοανατολική ακτή της Αδριατικής, ανάμεσα στους ποταμούς Arsia (Raša) και Titius (Krka)