Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

αιτίαση

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αιτίαση θηλυκό

  1. στοχευμένη κατηγορία, κατηγορία στρεφόμενη έναντι κάποιου
    αρκετά ανέχτηκα τις ανακριβείς αιτιάσεις στο πρόσωπό μου
  2. διατύπωση ήπιας διαμαρτηρίας προς όργανο του κράτους ή της διοίκησης αυτού

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  • Λεξικό Τριανταφυλλίδη - αιτίαση[1]

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία