Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αιθουσονωτιαίος η αιθουσονωτιαία το αιθουσονωτιαίο
      γενική του αιθουσονωτιαίου της αιθουσονωτιαίας του αιθουσονωτιαίου
    αιτιατική τον αιθουσονωτιαίο την αιθουσονωτιαία το αιθουσονωτιαίο
     κλητική αιθουσονωτιαίε αιθουσονωτιαία αιθουσονωτιαίο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αιθουσονωτιαίοι οι αιθουσονωτιαίες τα αιθουσονωτιαία
      γενική των αιθουσονωτιαίων των αιθουσονωτιαίων των αιθουσονωτιαίων
    αιτιατική τους αιθουσονωτιαίους τις αιθουσονωτιαίες τα αιθουσονωτιαία
     κλητική αιθουσονωτιαίοι αιθουσονωτιαίες αιθουσονωτιαία
ομάδα 'ωραίος', Κατηγορία όπως «ωραίος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αιθουσονωτιαίος < αίθουσα + -ο- + νωτιαίος ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική vestibulospinal)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αιθουσονωτιαίος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία