Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αιγυπτιακός η αιγυπτιακή το αιγυπτιακό
      γενική του αιγυπτιακού της αιγυπτιακής του αιγυπτιακού
    αιτιατική τον αιγυπτιακό την αιγυπτιακή το αιγυπτιακό
     κλητική αιγυπτιακέ αιγυπτιακή αιγυπτιακό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αιγυπτιακοί οι αιγυπτιακές τα αιγυπτιακά
      γενική των αιγυπτιακών των αιγυπτιακών των αιγυπτιακών
    αιτιατική τους αιγυπτιακούς τις αιγυπτιακές τα αιγυπτιακά
     κλητική αιγυπτιακοί αιγυπτιακές αιγυπτιακά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αιγυπτιακός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή αἰγυπτιακός

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /e.ʝi.pti.aˈkos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αι‐γυ‐πτι‐α‐κός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αιγυπτιακός, -η, -ο

  1. που έχει σχέση με την Αίγυπτο
  2. που σχετίζεται με τους αρχαίους χρόνους της Αιγύπτου
  3. (ουσιαστικοποιημένο) αιγυπτιακά, αιγυπτιακή: η γλώσσα των Αιγύπτιων

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία