Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αζωτούχος η αζωτούχος
αζωτούχα
το αζωτούχο
      γενική του αζωτούχου της αζωτούχου
αζωτούχας
του αζωτούχου
    αιτιατική τον αζωτούχο την αζωτούχο
αζωτούχα
το αζωτούχο
     κλητική αζωτούχε αζωτούχε
αζωτούχα
αζωτούχο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αζωτούχοι οι αζωτούχοι
αζωτούχες
τα αζωτούχα
      γενική των αζωτούχων των αζωτούχων των αζωτούχων
    αιτιατική τους αζωτούχους τις αζωτούχους
αζωτούχες
τα αζωτούχα
     κλητική αζωτούχοι αζωτούχοι
αζωτούχες
αζωτούχα
ομάδα '-ος -ος -ο & -α', Κατηγορία όπως «ζημιογόνος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αζωτούχος < άζωτ(ο) + -ούχος, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική azoté [1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.zoˈtu.xos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: α‐ζω‐τού‐χος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αζωτούχος, -ος/α, -ο

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία