Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αζημίωτος < από το μεταγενέστερο ἀζημίωτος < α στερητικό + ζημιῶ

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αζημίωτος, αζημίωτη, αζημίωτο

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

azimíotos

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία