↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αεριοφόρο τα αεριοφόρα
      γενική του αεριοφόρου των αεριοφόρων
    αιτιατική το αεριοφόρο τα αεριοφόρα
     κλητική αεριοφόρο αεριοφόρα
Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
αεριοφόρο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου αεριοφόρος

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

αεριοφόρο ουδέτερο

Συνώνυμα

επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτου

επεξεργασία

αεριοφόρο

  Μεταφράσεις

επεξεργασία