Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αειφόρος < αεί + -φόρος (<φέρω)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αειφόρος -α/-ος, -ο

  • αυτός που εγγυάται την αειφορία, που εξασφαλίζει την παραγωγή αγαθών χωρίς την μείωση της παραγωγικής δυνατότητας.
αειφόρος ανάπτυξη

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία