Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αγκιτάτορας οι αγκιτάτορες
      γενική του αγκιτάτορα των αγκιτατόρων
    αιτιατική τον αγκιτάτορα τους αγκιτάτορες
     κλητική αγκιτάτορα αγκιτάτορες
Κατηγορία όπως «φύλακας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αγκιτάτορας < λατινική agitator

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αγκιτάτορας αρσενικό

  • αυτός που με λόγους, συνθήματα, καταγγελίες κλπ, ξεσηκώνει και κινητοποιεί τις μάζες να αναλάβουν δράση για τη διεκδίκηση πολιτικών ή κοινωνικών αιτημάτων.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία