Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αβάρετος < α- + βαριέμαι

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αβάρετος -η -ο

  1. ακούραστος, που δεν βαριέται
  2. που δεν τον έχουν βαρέσει, αλώβητος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία