Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αβάκιο αβάκια
γενική αβακίου αβακίων
αιτιατική αβάκιο αβάκια
κλητική αβάκιο αβάκια

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αβάκιο < αρχαία ελληνική ἀβάκιον < υποκοριστικό της λέξης ἄβαξ (άβακας)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.ˈva.ci.ɔ/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αβάκιο ουδέτερο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία