Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

έκπτωση < εκ + πτώση

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

έκπτωση θηλυκό

  1. η μείωση της τιμής ενός εμπορεύματος, συνήθως σε ορισμένες χρονικές περιόδους που προβλέπονται από τον νόμο
    δείτε τη λέξη: εκπτώσεις

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία