Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

déchéance < déchoir

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
déchéance déchéances

déchéance (fr) θηλυκό

  1. η πτώση, ο ξεπεσμός
     συνώνυμα: chute, décadence, déclin, disgrâce
  2. (νομική) η απώλεια ενός δικαιώματος ή μιας λειτουργίας, αποτέλεσμα μιας κύρωσης