Αγγλικά (en)Επεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
sale sales

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

sale (en)

  1. η πώληση
  2. η έκπτωση (πώληση σε μειωμένη τιμή, συνήθως στον πληθυντικό: sales



Γαλλικά (fr)Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /sal/
 

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
sale sales

sale (fr) αρσενικό ή θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία



Ιταλικά (it)Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
sale sali

sale (it) αρσενικό

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
sala sale

sale (it)