Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική άκρουστος άκρουστη άκρουστο
γενική άκρουστου άκρουστης άκρουστου
αιτιατική άκρουστο άκρουστη άκρουστο
κλητική άκρουστε άκρουστη άκρουστο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική άκρουστοι άκρουστες άκρουστα
γενική άκρουστων άκρουστων άκρουστων
αιτιατική άκρουστους άκρουστες άκρουστα
κλητική άκρουστοι άκρουστες άκρουστα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

άκρουστος < ά- στερητικό + κρουστός. Δείτε κρούω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈa.kɾu.stos/
συλλαβισμός: ά‐κρου‐στος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

άκρουστος, -η, -ο

  1. που δεν χτυπήθηκε
  2. (για υφάσματα, λαϊκότροπο) με αραιή ύφανση
     αντώνυμα:δείτε τη λέξη κρουστός

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία