Άνοιγμα κυρίου μενού

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Ταξιάρχης < αρχαία ελληνική ταξιάρχης

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Ταξιάρχης αρσενικό

  1. (θρησκεία) μεταγενέστερη ελληνική προσωνυμία αρχαγγέλου
  2. επίσημος τίτλος βαθμοφόρου τάγματος ιπποτών
  3. επίσημος τίτλος βαθμοφόρου βασιλικού τάγματος
  4. επίσημος τίτλος βαθμοφόρου μοναστικού τάγματος
  5. πολιτειακό παράσημο ανώτερου βαθμού
  6. ο κάτοχος του παραπάνω παρασήμου
  • τοπωνύμιο
  1. (γεωγραφία): ημιορεινό χωριό στην Αιτωλοακαρνανία, στη περιοχή Θέρμου
  2. ορεινό χωριό των Γρεβενών
  3. πεδινό χωριό στη Β. Εύβοια
  4. ορεινό χωριό των Ιωαννίνων στη περιοχή της Δωδώνης
  5. ορεινό χωριό στη περιοχή της Καρδίτσας
  6. παράλιο χωριό της Β-ΒΔ Νάξου, μεταξύ Αγιάς και Χίλια Βρύση
  7. ορεινό χωριό της Χαλκιδικής, στη περιοχή του Πολύγυρου
  • ονομασία εμπορικών πλοίων διαφόρων τύπων

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • άγιοι Ταξιάρχες
  • παμμέγιστοι Ταξιάρχες

  Δείτε επίσης Επεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία