Δείτε επίσης: ανατολή

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η Ανατολή οι Ανατολές
      γενική της Ανατολής των Ανατολών
    αιτιατική την Ανατολή τις Ανατολές
     κλητική Ανατολή Ανατολές
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Ανατολή < ανατολή

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Ανατολή θηλυκό

  1. γυναικείο όνομα
  2. η εκτεταμένη περιοχή που βρίσκεται ανατολικά του ευρωπαϊκού κόσμου, της Δύσης, και διαφοροποιείται πολιτισμικά από αυτόν
  3. ονομασία οικισμών της Ελλάδας

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία