Δείτε επίσης: Εὔα
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η Εύα οι Εύες
      γενική της Εύας
    αιτιατική την Εύα τις Εύες
     κλητική Εύα Εύες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται.
Η Εύα της Παλαιάς Διαθήκης στον ενικό.
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
 
Αδάμ, Εύα του Τζουλιάνο Μπουτζαρντίνι (1475-1555)

  Ετυμολογία

επεξεργασία
Εύα < ελληνιστική κοινή Εὔα < εβραϊκή חוה (khavá)

  Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /ˈe.va/

  Κύριο όνομα

επεξεργασία

Εύα θηλυκό

  1. (θρησκεία) το όνομα της πρώτης γυναίκας, συζύγου του Αδάμ
  2. γυναικείο όνομα
    ※  Θυμάμαι ονόματα Ποντίων όπως Ευρώπη, Παλάσα, Παρέσα, Ευδοξία, Ευανθία, Αρτεμισία, Ανατολή, Ιφιγένεια, Σουμέλα κ.α. Ποιο κορίτσι σήμερα θα «καταδεχόταν» να έχει ένα τέτοιο όνομα; Δεν είναι in εξάλλου! Έτσι λοιπόν τα ονόματα αλλάζουν προς το Αμερικανικότερον και έγιναν όλες Εύες, Σίες κλπ. (Το Ελληνικό πνεύμα στα βάθη του Πόντου, lelevose.gr, 27/07/2021 [1])

Δείτε επίσης

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία