Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική Αμερικανική Σαμόα Αμερικανικές Σαμόα
γενική Αμερικανικής Σαμόα Αμερικανικών Σαμόα
αιτιατική Αμερικανική Σαμόα Αμερικανικές Σαμόα
κλητική Αμερικανική Σαμόα Αμερικανικές Σαμόα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Αμερικανική Σαμόα < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική American Samoa

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Αμερικανική Σαμόα θηλυκό

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία