Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική ο Ειρηνικός
      γενική του Ειρηνικού
    αιτιατική τον Ειρηνικό
     κλητική Ειρηνικέ
Παράρτημα:Ουσιαστικά
 
Ο Ειρηνικός Ωκεανός

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Ειρηνικός < Ειρηνικός Ωκεανός < (μεταφραστικό δάνειο) πορτογαλική mar pacífico (ειρηνική θάλασσα)
Η ονομασία αυτή δόθηκε από τον πορτογάλο εξερευνητή Μαγγελάνο, επειδή όταν πρωτοείδε τον ωκεανό τα κύματα ήταν ήρεμα

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Ειρηνικός αρσενικό και Ειρηνικός Ωκεανός

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία