Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

verge (en)

  1. ράβδος, ενδεικτική αξιώματος (→ δείτε τη λέξη verger)
  2. όριο, σύνορο, μεταίχμιο

  ΡήμαΕπεξεργασία

verge (en)

  1. συνορεύω, πλησιάζω, κοντεύω (πχ για μεγέθη)



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

verge < λατινική virga

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /vɛʁʒ/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
verge verges

verge (fr) θηλυκό

  1. η γιάρδα
  2. ξύλινο ή μεταλλικό στέλεχος, ράβδος, βέργα
  3. το πέος



Ιταλικά (it) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
verga verge

verge (it)

  1. πληθυντικός του verga