Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

virga (en)



Λατινικά (la) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

virga (la) θηλυκό

  1. βέργα, κλαδί
  2. ράβδος, ραβδί για σωματική ποινή
  3. βακτηρία
  4. το πέος

ΚλίσηΕπεξεργασία

αριθμός ενικός πληθυντικός
ονομαστική virga virgae
γενική virgae virgārum
δοτική virgae virgīs
αιτιατική virgam virgās
κλητική virga virgae
αφαιρετική virgā virgīs
(α' κλίση)