Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

twist (en)

  1. συστρέφω, στρίβω τις δύο άκρες ενός νήματος, σκοινιού κλπ προς αντίθετες κατευθύνσεις
  2. στριφογυρίζω κάτι
  3. διαστρέφω, διαστρεβλώνω, παραποιώ την αλήθεια