Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

< λατινικά articulus

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Artikel die Artikel
γενική des Artikels der Artikel
δοτική dem Artikel den Artikeln
αιτιατική den Artikel die Artikel

Artikel (de) ουδέτερο (πληθυντικός: die Artikel)

  1. (γραμματική) το άρθρο
  2. (οικονομία) το είδος
  3. (νομική) το άρθρο
  4. (δημοσιογραφία) το άρθρο


ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  1. Geschlechtswort
  2. Ware, Erzeugnis, Produkt
  3. Paragraf, Paragraph
  4. Text, Abschnitt

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  1. Wortart