Γερμανικά (de) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Ware die Waren
γενική der Ware der Waren
δοτική der Ware den Waren
αιτιατική die Ware die Waren

  ΠροφοράΕπεξεργασία

Ware 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Ware (de) θηλυκό