Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το -στάσιο τα -στάσια
      γενική του -στάσιου
-στασίου
των -στάσιων
-στασίων
    αιτιατική το -στάσιο τα -στάσια
     κλητική -στάσιο -στάσια
Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι.
Κατηγορία όπως «βούτυρο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

-στάσιο < (διαχρονικό) αρχαία ελληνική -στάσιον < -στασ- αρχαία ελληνική στάσις, ἵστημι + -ιον. Το πρώτο συνθετικό είναι συνήθως λόγια λέξη.[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈsta.si.o/
τυπογραφικός συλλαβισμός: -στά‐σι‐ο

  ΕπίθημαΕπεξεργασία

-στάσιο ουδέτερο

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία