Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἧττα < ἡσσάομαι / ἡττάομαι< ἧσσον / ἧττον

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἧττα θηλυκό

  1. .........

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία