Δείτε επίσης: ελεύθερος

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ἐλεύθερος ἐλευθέρα ἐλεύθερον ἐλεύθεροι ἐλεύθεραι ἐλεύθερα
Γενική ἐλευθέρου ἐλευθέρας ἐλευθέρου ἐλευθέρων ἐλευθέρων ἐλευθέρων
Δοτική ἐλευθέρῳ ἐλευθέρᾳ ἐλευθέρῳ ἐλευθέροις ἐλευθέραις ἐλευθέροις
Αιτιατική ἐλεύθερον ἐλευθέραν ἐλεύθερον ἐλευθέρους ἐλευθέρας ἐλεύθερα
Κλητική ἐλεύθερε ἐλευθέρα ἐλεύθερον ἐλεύθεροι ἐλεύθεραι ἐλεύθερα
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ἐλευθέρω ἐλευθέρα
Γενική-Δοτική ἐλευθέροιν ἐλευθέραιν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἐλεύθερος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₁lewdʰ-. Συγγενή: λατινική liber, रोधति (rodhati). Kατ' αυτήν την άποψη, ομόρριζο με το ἐλεύσομαι, μέλλοντα του ἔρχομαι. Συγκρίνετε με: κέλευθος • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ἐλεύθερος, -α, -ον

  1. ελεύθερος, όχι δούλος
  2. που αρμόζει σε έναν ελεύθερο
  3. (+ γενική) απαλλαγμένος από κάτι
  4. (για πράγματα) ελεύθερος, ανοιχτός σε όλους

  ΠηγέςΕπεξεργασία