Δείτε επίσης: Αστυάναξ, Ἀστυάναξ

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἀστυάναξ ἀστυάνακτε ἀστυάνακτες
Γενική ἀστυάνακτος ἀστυανάκτοιν ἀστυανάκτων
Δοτική ἀστυάνακτι ἀστυανάκτοιν ἀστυάναξι(ν)
Αιτιατική ἀστυάνακτα ἀστυάνακτε ἀστυάνακτας
Κλητική ἀστυάναξ ἀστυάνακτε ἀστυάνακτες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἀστυάναξ < ἄστυ + ἄναξ

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

ἀστυάναξ αρσενικό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία