Δείτε επίσης: Αστυάναξ, Ἀστυάναξ
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ἀστῠᾰνακτ-
ονομαστική ἀστυάναξ οἱ ἀστυάνακτες
      γενική τοῦ ἀστυάνακτος τῶν ἀστυανάκτων
      δοτική τῷ ἀστυάνακτ τοῖς ἀστυάναξ(ν)
    αιτιατική τὸν ἀστυάνακτ τοὺς ἀστυάνακτᾰς
     κλητική ! ἀστυάναξ ἀστυάνακτες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἀστυάνακτε
γεν-δοτ τοῖν  ἀστυανάκτοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'ἄναξ' όπως «ἄναξ» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
ἀστυάναξ < ἄστυ + ἄναξ

  Κύριο όνομα

επεξεργασία

ἀστυάναξ αρσενικό

  1. βασιλιάς (ἄναξ) της πόλης
    στον Όμηρο, μόνο Ἀστυάναξ
  2. (ελληνιστική σημασία) ανίκανος σεξουαλικά
     συνώνυμα: ἄστυτος
  3. Ἡσύχιος (5ος αιώνας κε), Γλῶσσαι, Α είδος ψαριού
    ※  <Ἀστυάναξἰχθύς τις οὕτως καλεῖται. καὶ ὁ τοῦ Ἕκτορος παῖς
    <Ἀστυάνασσα>· Ἑλένης θεράπαινα ἥτις πρώτη ἐξεῦρεν Ἀφροδίτην καὶ ἀκόλαστα σχήματα

Συγγενικά

επεξεργασία