Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἀθλοφόρος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀθλοφόρος. Συγχρονικά αναλύεται σε ἀθλο- + -φόρος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ἀθλοφόρος

  • (για μάρτυρα) νικητής, που παίρνει το έπαθλο
    ※  τῶν ἀθλοφόρων καὶ μεγάλων μαρτύρων (12ος αιώνας Ανωνύμου, Διγενής Aκρίτης, χφ Grottaferrata, I 120 14ος αιώνας)
    ※  Γεώργιον φασὶ τὸν μέγαν ἀθλοφόρον (16ος αιώνας Παΐσιος Αγιαποστολίτης, μητροπολίτης Pόδου, Ἱστορία τοῦ ἁγίου ὄρους Σινᾶ, 2175)

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

→ γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / ἀθλοφόρος τὸ ἀθλοφόρον
      γενική τοῦ/τῆς ἀθλοφόρου τοῦ ἀθλοφόρου
      δοτική τῷ/τῇ ἀθλοφόρ τῷ ἀθλοφόρ
    αιτιατική τὸν/τὴν ἀθλοφόρον τὸ ἀθλοφόρον
     κλητική ! ἀθλοφόρε ἀθλοφόρον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ ἀθλοφόροι τὰ ἀθλοφόρ
      γενική τῶν ἀθλοφόρων τῶν ἀθλοφόρων
      δοτική τοῖς/ταῖς ἀθλοφόροις τοῖς ἀθλοφόροις
    αιτιατική τοὺς/τὰς ἀθλοφόρους τὰ ἀθλοφόρ
     κλητική ! ἀθλοφόροι ἀθλοφόρ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ ἀθλοφόρω τὼ ἀθλοφόρω
      γεν-δοτ τοῖν ἀθλοφόροιν τοῖν ἀθλοφόροιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δύσκολος' όπως «τοξοβόλος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἀθλοφόρος < ἀθλο- (< αρχαία ελληνική ἆθλον) + -φόρος
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: μεσαιωνικά ελληνικά: ἀθλοφόρος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ἀθλοφόρος, -ος, -ον

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία