↓ πτώσεις       ενικός      
→ γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο/η ωοφάγος το ωοφάγο
      γενική του/της ωοφάγου του ωοφάγου
    αιτιατική τον/την ωοφάγο το ωοφάγο
     κλητική ωοφάγε ωοφάγο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
→ γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ωοφάγοι τα ωοφάγα
      γενική των ωοφάγων των ωοφάγων
    αιτιατική τους/τις ωοφάγους τα ωοφάγα
     κλητική ωοφάγοι ωοφάγα
Λόγιο επίθετο που δε συνηθίζει τον νεότερο τύπο του θηλυκού σε .
ομάδα '-ος -ος -ο', Κατηγορία όπως «εμβολοφόρος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
ωοφάγος < ω(όν) + -ο- + -φάγος

  Επίθετο

επεξεργασία

ωοφάγος, -ος, -ο

  1. που τρώει αβγά, που τρέφεται με αβγά
  2. που του αρέσουν τα ωά, δηλαδή τα αβγά

  Μεταφράσεις

επεξεργασία