Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ωκεάνιος η ωκεάνια το ωκεάνιο
      γενική του ωκεάνιου της ωκεάνιας του ωκεάνιου
    αιτιατική τον ωκεάνιο την ωκεάνια το ωκεάνιο
     κλητική ωκεάνιε ωκεάνια ωκεάνιο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ωκεάνιοι οι ωκεάνιες τα ωκεάνια
      γενική των ωκεάνιων των ωκεάνιων των ωκεάνιων
    αιτιατική τους ωκεάνιους τις ωκεάνιες τα ωκεάνια
     κλητική ωκεάνιοι ωκεάνιες ωκεάνια
Κατηγορία όπως «ωραίος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ωκεάνιος < λέξη της μεταγενέστερης ελληνικής "ὠκεάνειος"

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ωκεάνιος, -α, -ο (και ωκεάνειος παλιότερα, αλλά στη συνέχεια το "ει" θεωρήθηκε λάθος)

  1. του ωκεανού
  2. το θηλυκό με τονισμό στην παραλήγουσα κατά την αρχαία προφορά, ωκεανία, ως ουσιαστικό, αναφέρεται στην ήπειρο Ωκεανία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία