Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ψευδώνυμο τα ψευδώνυμα
      γενική του ψευδωνύμου των ψευδωνύμων
    αιτιατική το ψευδώνυμο τα ψευδώνυμα
     κλητική ψευδώνυμο ψευδώνυμα
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ψευδώνυμο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου: ψευδώνυμος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /psɛv.ˈðɔ.ni.mɔ/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ψευδώνυμο ουδέτερο

  • πλαστό όνομα ή ονοματεπώνυμο που επιλέγεται συνήθως από συγγραφείς και καλλιτέχνες, όταν δε θέλουν να χρησιμοποιούν το πραγματικό τους όνομα
    "Ελύτης" ήταν το ψευδώνυμο του Οδυσσέα Αλεπουδέλη

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία