Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ονοματεπώνυμο ονοματεπώνυμα
γενική ονοματεπωνύμου ονοματεπωνύμων
αιτιατική ονοματεπώνυμο ονοματεπώνυμα
κλητική ονοματεπώνυμο ονοματεπώνυμα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ονοματεπώνυμο < ὀνοματεπώνυμον (η λέξη μαρτυρείται από το 1896) ονοματ- + επώνυμο, (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική nom et surnom[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɔ.nɔ.ma.tε'pɔ.ni.mɔ/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ονοματεπώνυμο ουδέτερο

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία