Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ψαφαρός ψαφαρή ψαφαρό
γενική ψαφαρού ψαφαρής ψαφαρού
αιτιατική ψαφαρό ψαφαρή ψαφαρό
κλητική ψαφαρέ ψαφαρή ψαφαρό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ψαφαροί ψαφαρές ψαφαρά
γενική ψαφαρών ψαφαρών ψαφαρών
αιτιατική ψαφαρούς ψαφαρές ψαφαρά
κλητική ψαφαροί ψαφαρές ψαφαρά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ψαφαρός < αρχαία ελληνική ψαφαρός < ψάω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ψαφαρός, -ή, -ό

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ψαφαρός ψαφαρά ψαφαρόν ψαφαροί ψαφαραί ψαφαρά
Γενική ψαφαροῦ ψαφαρᾶς ψαφαροῦ ψαφαρῶν ψαφαρῶν ψαφαρῶν
Δοτική ψαφαρῷ ψαφαρᾷ ψαφαρῷ ψαφαροῖς ψαφαραῖς ψαφαροῖς
Αιτιατική ψαφαρόν ψαφαράν ψαφαρόν ψαφαρούς ψαφαράς ψαφαρά
Κλητική ψαφαρέ ψαφαρά ψαφαρόν ψαφαροί ψαφαραί ψαφαρά
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ψαφαρώ ψαφαρά
Γενική-Δοτική ψαφαροῖν ψαφαραῖν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ψαφαρός < ψάω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ψαφαρός, -ά, -όν

  1. αυτός που θρυμματίζεται εύκολα και γίνεται σκόνη, κομμάτια, ο εύθρυπτος, αμμώδης, κοκκώδης
  2. χαλαρός, μαλακός
  3. αραιός
  4. στυφός
  5. που έχει το χρώμα της σκόνης

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία