Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ψακάς < ψάω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ψακάς-άδος και ψεκάς

  1. τεμαχίδιο, κομμάτι, κόκκος που αποχωρίστηκε από ένα κύριο σώμα με τριβή, μόριο
  2. ψίχουλο
  3. σταγόνα βροχής, ψιχάλα
  4. (σκωπτικό) σαλιάρης

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία