Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ψεκάζω < ελληνιστική κοινή ψεκάζω < αρχαία ελληνική ψακάζω < ψακάς (σταγόνα ψιλής βροχής)

  ΡήμαΕπεξεργασία

ψεκάζω, παθ.φωνή: ψεκάζομαι, παθ.μτχ. ψεκασμένος

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • μας έχουν ψεκάσει: (ειρωνικό) έκφραση που καυτηριάζει την παθητικότητα με την οποία δέχεται ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού αρνητικές εξελίξεις
  • ψεκάστε, σκουπίστε, τελειώσατε: φράση παλιάς διαφήμισης που καθιερώθηκε ως έκφραση που δηλώνει ότι μια εργασία μπορεί να εκτελεστεί με γρήγορο και εύκολο τρόπο

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία