Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική χορταριασμένος χορταριασμένη χορταριασμένο
γενική χορταριασμένου χορταριασμένης χορταριασμένου
αιτιατική χορταριασμένο χορταριασμένη χορταριασμένο
κλητική χορταριασμένε χορταριασμένη χορταριασμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική χορταριασμένοι χορταριασμένες χορταριασμένα
γενική χορταριασμένων χορταριασμένων χορταριασμένων
αιτιατική χορταριασμένους χορταριασμένες χορταριασμένα
κλητική χορταριασμένοι χορταριασμένες χορταριασμένα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χορταριασμένος < χορταριάζω

  ΜετοχήΕπεξεργασία

χορταριασμένος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία