Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

χορταριάζω < χορτάρι

  ΡήμαΕπεξεργασία

χορταριάζω

  1. γεμίζω με χόρτα
  2. με παρατούν, με εγκαταλείπουν απεριποίητο και γεμίζω με αυτοφυή φυτά, με αγριόχορτα, που δεν με καλλιεργούν, ούτε με ξεχορταριάζουν

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία