Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το χιλιάρικο τα χιλιάρικα
      γενική του χιλιάρικου των χιλιάρικων
    αιτιατική το χιλιάρικο τα χιλιάρικα
     κλητική χιλιάρικο χιλιάρικα
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χιλιάρικο < χίλια + -άρικο

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χιλιάρικο ουδέτερο

  1. το χαρτονόμισμα των χιλίων δραχμών
     συνώνυμα: χιλιόδραχμο, (αργκό) χήνα, καφετί
  2. ποσό ίσο με 1.000 μονάδες ενός νομίσματος
    έδωσα 20 χιλιάρικα (εννοείται: 20.000) γι' αυτό το σαράβαλο! Τι κοροϊδία!

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία