Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πεντοχίλιαρο πεντοχίλιαρα
γενική πεντοχίλιαρου πεντοχίλιαρων
αιτιατική πεντοχίλιαρο πεντοχίλιαρα
κλητική πεντοχίλιαρο πεντοχίλιαρα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πεντοχίλιαρο < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πεντοχίλιαρο ουδέτερο

  1. χαρτονόμισμα πέντε χιλιάδων μονάδων (δραχμών, κλπ.)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία