Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το πεντοχίλιαρο τα πεντοχίλιαρα
      γενική του πεντοχίλιαρου των πεντοχίλιαρων
    αιτιατική το πεντοχίλιαρο τα πεντοχίλιαρα
     κλητική πεντοχίλιαρο πεντοχίλιαρα
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πεντοχίλιαρο < πεντο- + χιλιάρ(ικο) + -ο [1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pen.doˈçi.ʎa.ɾo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πε‐ντο‐χί‐λια‐ρο

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πεντοχίλιαρο ουδέτερο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία