Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο χαϊδευτικός η χαϊδευτική το χαϊδευτικό
      γενική του χαϊδευτικού της χαϊδευτικής του χαϊδευτικού
    αιτιατική τον χαϊδευτικό τη χαϊδευτική το χαϊδευτικό
     κλητική χαϊδευτικέ χαϊδευτική χαϊδευτικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι χαϊδευτικοί οι χαϊδευτικές τα χαϊδευτικά
      γενική των χαϊδευτικών των χαϊδευτικών των χαϊδευτικών
    αιτιατική τους χαϊδευτικούς τις χαϊδευτικές τα χαϊδευτικά
     κλητική χαϊδευτικοί χαϊδευτικές χαϊδευτικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χαϊδευτικός < χαϊδεύ(ω) + -τικός

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /xai̯.ðe.ftiˈkos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: χαϊ‐δευ‐τι‐κός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

χαϊδευτικός

  1. που εκδηλώνει με κάποιο τρόπο τρυφερότητα
    Δεν είχε κακές προθέσεις, το έκανε με χαϊδευτικό τρόπο.
    η χαϊδευτική προσφώνηση
  2. αυτός που γίνεται με πιο ήπιο τρόπο από όσο αναμενόταν
    χαϊδευτική ποινή

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία