Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το χαϊδευτικό τα χαϊδευτικά
      γενική του χαϊδευτικού των χαϊδευτικών
    αιτιατική το χαϊδευτικό τα χαϊδευτικά
     κλητική χαϊδευτικό χαϊδευτικά
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χαϊδευτικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου: χαϊδευτικός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χαϊδευτικό ουδέτερο

  1. λέξη που χρησιμοποιείται αντί της κύριας και δείχνει συμπάθεια ή τρυφερότητα
    το "Λενάκι" είναι υποκοριστικό του "Λένα" που είναι χαϊδευτικό του "Μαριλένα"

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

χαϊδευτικό