Δείτε επίσης: φύσα, φίσα

Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική φῦσ αἱ φῦσαι
      γενική τῆς φύσης τῶν φυσῶν
      δοτική τῇ φύσ ταῖς φύσαις
    αιτιατική τὴν φῦσᾰν τὰς φύσᾱς
     κλητική ! φῦσ φῦσαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  φύσ
γεν-δοτ τοῖν  φύσαιν
1η κλίση, ομάδα 'γλῶσσα', Κατηγορία 'γλῶσσα' όπως «γλῶσσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φῦσα < λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φῦσα θηλυκό

  1. φυσερό
     συνώνυμα: φυσητήριον, φυσητήρ
    υποκοριστικό: φυσάριον
    στον πληθυντικό φῦσαι (διπλό φυσερό)
  2. άνεμος
  3. αέρια κοιλιάς· φύσα, (η κλανιά και η πορδή έχουν άλλο ύφος μα ίδια σημασία)
  4. φυσαλίδα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

 ετυμολογικό πεδίο 
φυσ- φυσητ- 

  ΠηγέςΕπεξεργασία