Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το φυλλοκάρδι τα φυλλοκάρδια
      γενική
    αιτιατική το φυλλοκάρδι τα φυλλοκάρδια
     κλητική φυλλοκάρδι φυλλοκάρδια
Κατηγορία όπως «παιδάκι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φυλλοκάρδι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική φυλλοκάρδι. Μορφολογικά αναλύεται σε φύλλ(ο) + -ο- + καρδ(ιά) +

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φυλλοκάρδι ουδέτερο

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • τρέμει το φυλλοκάρδι μου: νιώθω έντονο φόβο και αγωνία για πιθανό κίνδυνο

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • Και η λέξη αναλυμένη στα συνθετικά της, όπως στη μεσαιωνική ελληνική φυλλοκάρδι
    ※  Φύσηξε έρωτας βοριάς μέσα στα φύλλα της καρδιάς ... (από τραγούδι των Ζιγκ Ζαγκ)

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)Επεξεργασία

ζητούμενο λήμμα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φυλλοκάρδι < φράση «τὰ φύλλα τῆς καρδιᾶς»: φύλλ(α) + -ο- + καρδ(ιά) +