Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο φρικαλέος η φρικαλέα το φρικαλέο
      γενική του φρικαλέου της φρικαλέας του φρικαλέου
    αιτιατική τον φρικαλέο τη φρικαλέα το φρικαλέο
     κλητική φρικαλέε φρικαλέα φρικαλέο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι φρικαλέοι οι φρικαλέες τα φρικαλέα
      γενική των φρικαλέων των φρικαλέων των φρικαλέων
    αιτιατική τους φρικαλέους τις φρικαλέες τα φρικαλέα
     κλητική φρικαλέοι φρικαλέες φρικαλέα
ομάδα 'ωραίος', Κατηγορία όπως «ωραίος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φρικαλέος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή φρικαλέος, < αρχαία ελληνική < φρίκ(η) + -αλέος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

φρικαλέος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

→ λείπει η κλίση

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φρικαλέος < φρίκ(η) + -αλέος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

φρῑκᾰλέος, ος, ον

  1. που τρέμει από το κρύο
  2. (ελληνιστική σημασία) φρικτός, φρικαλέος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία