Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φραγγέλιον ελληνιστική κοινή φραγγέλιον

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φραγγέλιον ουδέτερο

  • (καθαρεύουσα) είδος μαστιγίου
    Ἐφαινόμην κ' ἐγὼ ὡς νὰ εἴχα μεγάλην συγγένειαν μὲ τοὺς δύο τούτους ἀνέμους, οἱ ὁποῖοι ἀνέμιζαν τὰ μαλλιά μου, καὶ τὰ ἔκαμναν νὰ εἶναι σγουρὰ ὅπως οἱ θάμνοι κ' αἱ ἀγριελαίαι, τάς ὁποίας ἐκύρτωναν μὲ τὸ ἀκούραστον φύσημά των, μὲ τὸ αἰώνιον τῆς πνοῆς των φραγγέλιον. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Όνειρο στο κύμα)

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική φραγγέλιον φραγγελίω φραγγέλια
Γενική φραγγελίου φραγγελίοιν φραγγελίων
Δοτική φραγγελί φραγγελίοιν φραγγελίοις
Αιτιατική φραγγέλιον φραγγελίω φραγγέλια
Κλητική φραγγέλιον φραγγελίω φραγγέλια

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φραγγέλιον < λατινική flagellum + υποκοριστικό επίθημα -ιον < υποκοριστικό του flagrum

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φραγγέλιον ουδέτερο

  ΠηγέςΕπεξεργασία